Η δημοσιογραφία στο απόσπασμα (1)
Γιώργος Παυλόπουλους, Ημερησία, 31/10/2012
Χθες, μασκοφόροι εισέβαλαν σε ραδιοφωνικό στούντιο στη νότιο Βολιβία και επιχείρησαν -ευτυχώς, ανεπιτυχώς- να κάψουν ζωντανό τον δημοσιογράφο ο οποίος έκανε εκπομπή εκείνη την ώρα και προφανώς τα όσα έλεγε και είχε πει ενοχλούσαν τα αφεντικά τους. Και τι σχέση έχει η τριτοκοσμική Βολιβία με την Ελλάδα, θα ρωτήσει κανείς, ώστε να είναι άξιο αναφοράς και σύγκρισης το συγκεκριμένο περιστατικό; Κι όμως, ίσως να έχει...
Το 2011, επίσης, έχασαν τη ζωή τους 106 δημοσιογράφοι, οι οποίοι έκαναν τη δουλειά τους καλύπτοντας τις εξελίξεις στα πιο «καυτά» μέτωπα του πλανήτη. Ηταν μια από τις πιο αιματηρές χρονιές, εξαιτίας και της Αραβικής Ανοιξης, καθώς τα αντιδραστικά καθεστώτα προσπαθούσαν να καλύψουν με κάθε τρόπο τα εγκλήματά τους και να παραμείνουν στην εξουσία. Και πάλι όμως, θα ισχυριστεί κάποιος, η Ελλάδα δεν μπορεί να μπει στην ίδια μοίρα με αυτές τις χώρες. Κι όμως, ίσως να μπορεί...
Στη δε Ιταλία, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είναι γνωστό ότι δεν δίσταζε ούτε στιγμή να καρατομήσει παρουσιαστές της κρατικής τηλεόρασης όταν υπήρχε έστω και υπόνοια κριτικής προς τον ίδιο. Μάλιστα, όσους δεν μπορούσε να αγγίξει, τους κατηγορούσε ότι συμμετείχαν σε μια «κόκκινη οργάνωση», η οποία επεδίωκε την ανατροπή του. Μήπως στην περίπτωση του Καβαλιέρε, τουλάχιστον, αρχίζουν ορισμένοι να βλέπουν τις προφανείς ομοιότητες με τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα; Ισως ναι...
Αλλά και πάλι, πώς μπορεί να συγκριθούν οι απόπειρες κατά της ανθρώπινης ζωής με την προσπάθεια φίμωσης της αντίθετης γνώμης; Εύλογο το ερώτημα -αλλά έχει τις απαντήσεις του. Διότι, πρώτον, στην Ελλάδα υφίσταται και απειλή κατά της ζωής.
Η πρόσφατη και παρ' ολίγον μοιραία επίθεση ενός άνδρα των ΜΑΤ εναντίον του προέδρου της Ενωσης Φωτορεπόρτερ, ο οποίος κάλυπτε μία από τις πολλές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, είναι μία από τις περιπτώσεις που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές...
Και δεύτερον, είναι ανιστόρητοι όσοι ισχυρίζονται ότι η επαγγελματική περιθωριοποίηση και η ηθική εξόντωση δεν έχουν καμία σχέση με τη φυσική επίθεση ή δολοφονία. Είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος: του αυταρχισμού, της έλλειψης σεβασμού στην ελευθερία του λόγου και την αντικειμενική ενημέρωση, της καταπάτησης δημοκρατικών δικαιωμάτων που είναι κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα...
Η κυβέρνηση -και πρωτίστως, το μεγαλύτερο από τα τρία κόμματα που τη στηρίζουν- ας σταματήσει τον αντιδημοκρατικό κατήφορο και την χειραγώγηση της ενημέρωσης προτού να είναι πολύ αργά.
Αλλωστε, εάν είναι πεισμένη ότι η πολιτική της είναι η ορθή, αυτή που έχει ανάγκη σήμερα η κοινωνική πλειοψηφία, τότε δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Ούτε τις αποκαλύψεις ούτε την κριτική. Εκτός, βεβαίως, εάν φοβάται. Τότε εξηγούνται ενέργειες σαν αυτές που ζούμε τις τελευταίες μέρες, ειδικά στη δημόσια (ή μήπως κρατική-κυβερνητική;) τηλεόραση...
Μόνο που οι υπεύθυνοι (όχι μόνο στην κυβέρνηση...) πρέπει να γνωρίζουν κάτι: τελικά, κερδισμένες θα βγουν η ενημέρωση, η αλήθεια και η δημοκρατία.
Η δημοσιογραφία στο απόσπασμα (2)
- Γιώργος Παυλόπουλος, Ημερησία, 14/11/12012
Μαύρα μαντάτα έρχονται τις τελευταίες δύο ημέρες από τον χώρο των ευρωπαϊκών ΜΜΕ, με πρωταγωνιστές δύο ιστορικές εφημερίδες, την ισπανική El Pais και τη γερμανική Frankfurter Rundschau. Η πρώτη -η οποία ιδρύθηκε το 1976, κατά τη μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία μετά τη δικτατορία του Φράνκο- προχωρεί σε μείωση του προσωπικού της κατά το ένα τρίτο, καθώς θα φύγουν, με απολύσεις και πρόωρη συνταξιοδότηση, οι 149 από τους 466 εργαζόμενους. Οσο για τη δεύτερη, χθες κατέθεσε αίτηση χρεοκοπίας, αφήνοντας «ξεκρέμαστους» τους περίπου 500 υπαλλήλους της.
Πρόκειται, βεβαίως, για τα πιο πρόσφατα επεισόδια ενός δράματος που γράφεται εδώ και κάποια χρόνια και το οποίο δεν θα αφήσει κανέναν αλώβητο από τον συγκεκριμένο κλάδο. Ακόμη και η διεύθυνση της γερμανικής έκδοσης των Financial Times καλείται να αποφασίσει για την τύχη της εφημερίδας το αργότερο έως τις 21 Νοεμβρίου -με το «μοιραίο» να μην αποκλείεται.
Σύμφωνα με ορισμένους «προφήτες», όλα αυτά σημαίνουν ότι, πολύ απλά, έφτασε το τέλος όχι μόνο των έντυπων ΜΜΕ, αλλά και της παραδοσιακής δημοσιογραφίας. Αλλωστε, όπως λένε οι ίδιοι, αυτά τα δύο ήταν άρρηκτα δεμένα, με αποτέλεσμα η δημοσιογραφία να μην μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τις εφημερίδες. Είναι όντως έτσι τα πράγματα ή μήπως κάποιοι βιάζονται -είτε επειδή είναι άσχετοι είτε επειδή εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα- να γράψουν τον πρόωρο επικήδειο της δημοσιογραφίας;
Αυτό που συμβαίνει είναι το δεύτερο. Διότι η δημοσιογραφία όχι μόνο δεν πεθαίνει, αλλά είναι αναγκασμένη να αναβαθμιστεί και να παίξει καθοριστικό ρόλο στα χρόνια που έρχονται -τα οποία όλα δείχνουν ότι θα σφραγιστούν από την ορμητική επιστροφή της πολιτικής, της οικονομίας και του κοινωνικού ζητήματος στο προσκήνιο. Μόνο που θα απαιτηθεί να επανακαθοριστεί ο ρόλος της δημοσιογραφίας και των «φορέων» της στη σύγχρονη εποχή.
Για παράδειγμα, οι δημοσιογράφοι χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι το περιεχόμενο δεν εξαρτάται αναγκαστικά ή κυρίως από το μέσο με το οποίο «πουλιέται». Εάν χθες οι καταναλωτές αγόραζαν και ξεφύλλιζαν εφημερίδες και περιοδικά, αύριο είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα προτιμούν τις ψηφιακές εκδόσεις. Πρέπει να κατανοήσουν, ακόμη, ότι με την αλματώδη διάδοση των χώρων κοινωνικής δικτύωσης τείνουν να χάσουν το προνόμιο της αποκλειστικής είδησης, καθώς δεν έχουν -πλην εξαιρέσεων- καμία ελπίδα να ανταγωνιστούν σε αμεσότητα και ταχύτητα το Internet και το Twitter.
Η μόνη επιλογή που έχουμε, λοιπόν, είναι να αντιτάξουμε στην ποσότητα και στο ειδησεογραφικό χάος την ποιότητα και την ευσυνειδησία. Να πείσουμε ότι, επειδή είμαστε επαγγελματίες και μάλιστα ανεξάρτητοι, μπορούμε να προσφέρουμε στους «πελάτες» μας μία ολοκληρωμένη σύνθεση των αποσπασματικών ειδήσεων και ένα συμπέρασμα που θα βρίσκεται όσο το δυνατό πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Οσοι από εμάς το καταφέρουν, θα δημιουργήσουν φανατικό κοινό -με την ανάλογη αναγνώριση. Οι άλλοι, τα «βαποράκια» και οι τυχάρπαστοι, θα εκβραστούν από το σκάφος και μάλιστα σύντομα.